Κάθομαι στο γραφείο μου και γράφω. Συνειδητοποιώ ότι γράφω διαγώνισμα, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί εγώ είμαι 35άρης, κανονικά δεν έπρεπε να περνάω όλα αυτά. Ξαφνικά ακούω μία φωνή που με ηλεκτρίζει. «Είναι όλα λάθος, παράτα την κόλλα.» Την αναγνωρίζω. Είναι η κυρία Νίκη από το ψιλικατζίδικο. Με πλησιάζει. «Είστε πολύ σέξι, κυρία Νίκη», παρατηρώ και δεν το κάνω για πλάκα, πράγματι είναι μία καλοστεκούμενη 40άρα και μέσα στο όνειρο έχει ντυθεί γάμησέ τα. «Άσε τα αυτά, δεν πιάνουν. Θα σε εξετάσω προφορικά.» Γυρνάει την πλάτη και πάει προς την κουζίνα. «Θα σε ρωτήσω γεωγραφία.» Δεν μπορώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από τον κώλο της. Έκπληκτος προσέχω ότι κάτω από το φόρεμα διακρίνεται το στριγκάκι της. Μένει με την πλάτη γυρισμένη.
«Ερώτηση πρώτη: ποια λίμνη της Αφρικής βρίσκεται μεταξύ Τανζανίας και Κογκό; Για να σε βοηθήσω, δες αυτό» μου λέει και σηκώνει το φόρεμα αποκαλύπτοντας το τάγκα που φορά.
«Εμμ... είναι η λίμνη Ταγκανίκα!»
«Το ήξερα πως θα το έβρισκες!»
Πλησιάζει όλο και πιο κοντά μου, αυτή τη φορά πισωπατώντας. Ο πισινός της ακουμπάει πάνω μου, έχω αγχωθεί, έχω κομπλάρει. Πρέπει να της εξηγήσω ότι δεν τη φαντασιώθηκα ποτέ, ότι μπορεί να ξεκουμπιστεί από το όνειρο. Παραδόχως το πέος μου έχει σκληρύνει και ο κώλος της δεν είναι καθόλου άσχημος, πολλές με τα μισά της χρόνια θα ήθελαν να έχουν τέτοια οπίσθια.
«Τώρα πρέπει να μου πεις ποιος ανακάλυψε την Αμερική...»
«Ο Κωλόμβος...» ψιθυρίζω καθώς με ερεθίζει τρίβοντας τον πισινό της πάνω μου.
«Πες το δυνατά, αγόρι μου, αφού το ξέρεις! Εσύ θα πας μπροστά... είσαι επιμελής μαθητής. Γιατί σηκώθηκες; Κάτσε πάλι στο θρανίο σου, όταν σε εξετάζω δε θέλω να είσαι σηκωμένος», μου λέει και με σπρώχνει.
Σηκώνει το φόρεμα. Το βρακάκι της είναι στο ύψος του προσώπου μου και με τρόμο αντιλαμβάνομαι πως με πλησιάζει. Έχει πλάκα να μου ζητήσει...
«Κυρία Νίκη...»
«Σκέτο Νίκη, αγόρι μου... Ας τα αφήσουμε αυτά.»
«...»
«Αν πάρεις άριστα στην εξέταση θα σου κάτσω... Αυτό δε θέλεις, πουτσαρά;»
«Ξέρετε, δεν σας είχα ποτέ σαν φαντασίωση... Είναι και το γιουπόρν... θα βρω τρόπο να βολευτώ, δε χρειάζεται να μου καθίσετε...»
«Τι λες, καβλιάρη μου... Μία ερώτηση έμεινε... Μην πτοείσαι...»
«Μα δεν είναι ανάγκη...»
«Κοίτα, θα σου δώσω κώλο, εντάξει;»
Τη ρουφιάνα, παίζει σκληρά. Βρήκε το αδύνατο σημείο μου... δεν μπορώ να κάνω πίσω.
«Ε, αν είναι έτσι, κυρία Νίκη... εεε... Νίκη, θέλω να πω...»
«Θέλω να μου πεις την πρωτεύουσα των Φιλιππινών.»
«Είναι η ...Μουνίλα!» αναφωνώ και η καρδιά μου πάει να σπάσει!
«Η Μανίλα είναι, άσχετε!!! Η ΜΑΝΙΛΑ!!! Και τι θέλεις να πεις με αυτό; Ότι μυρίζω άσχημα;» μου απαντάει σχεδόν φωνάζοντας και μου φέρνει ένα χάρακα στο κεφάλι, ευτυχώς το πάνω. (Πού βρέθηκε αυτός ο χάρακας;)
«Κάτσε μόνος να τον παίζεις! Φεύγω!» λέει και γυρνά την πλάτη. «Κανείς δεν με έχει προσβάλει έτσι!!!» Περιμένει άραγε να τη χουφτώσω; Όχι, πράγματι φεύγει. Και η στύση μου; Πάλι με το χειροκίνητο θα τη βγάλω;
Γυναίκες!
Ξυπνάω με κατουρόκαβλες. Η γκόμενα δίπλα μου έχει φύγει. Σέρνομαι μέχρι το νιπτήρα μήπως και ξυπνήσω. Θα πάω στο ψιλικατζίδικο, στην κυρία Νίκη να της πω χρόνια πολλά. Σήμερα γιορτάζουν οι γυναίκες.
Σηκώνει το φόρεμα. Το βρακάκι της είναι στο ύψος του προσώπου μου και με τρόμο αντιλαμβάνομαι πως με πλησιάζει. Έχει πλάκα να μου ζητήσει...
«Κυρία Νίκη...»
«Σκέτο Νίκη, αγόρι μου... Ας τα αφήσουμε αυτά.»
«...»
«Αν πάρεις άριστα στην εξέταση θα σου κάτσω... Αυτό δε θέλεις, πουτσαρά;»
«Ξέρετε, δεν σας είχα ποτέ σαν φαντασίωση... Είναι και το γιουπόρν... θα βρω τρόπο να βολευτώ, δε χρειάζεται να μου καθίσετε...»
«Τι λες, καβλιάρη μου... Μία ερώτηση έμεινε... Μην πτοείσαι...»
«Μα δεν είναι ανάγκη...»
«Κοίτα, θα σου δώσω κώλο, εντάξει;»
Τη ρουφιάνα, παίζει σκληρά. Βρήκε το αδύνατο σημείο μου... δεν μπορώ να κάνω πίσω.
«Ε, αν είναι έτσι, κυρία Νίκη... εεε... Νίκη, θέλω να πω...»
«Θέλω να μου πεις την πρωτεύουσα των Φιλιππινών.»
«Είναι η ...Μουνίλα!» αναφωνώ και η καρδιά μου πάει να σπάσει!
«Η Μανίλα είναι, άσχετε!!! Η ΜΑΝΙΛΑ!!! Και τι θέλεις να πεις με αυτό; Ότι μυρίζω άσχημα;» μου απαντάει σχεδόν φωνάζοντας και μου φέρνει ένα χάρακα στο κεφάλι, ευτυχώς το πάνω. (Πού βρέθηκε αυτός ο χάρακας;)
«Κάτσε μόνος να τον παίζεις! Φεύγω!» λέει και γυρνά την πλάτη. «Κανείς δεν με έχει προσβάλει έτσι!!!» Περιμένει άραγε να τη χουφτώσω; Όχι, πράγματι φεύγει. Και η στύση μου; Πάλι με το χειροκίνητο θα τη βγάλω;
Γυναίκες!
Ξυπνάω με κατουρόκαβλες. Η γκόμενα δίπλα μου έχει φύγει. Σέρνομαι μέχρι το νιπτήρα μήπως και ξυπνήσω. Θα πάω στο ψιλικατζίδικο, στην κυρία Νίκη να της πω χρόνια πολλά. Σήμερα γιορτάζουν οι γυναίκες.