Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Η ημέρα της γυναίκας

Κάθομαι στο γραφείο μου και γράφω. Συνειδητοποιώ ότι γράφω διαγώνισμα, πράγμα πολύ παράξενο, γιατί εγώ είμαι 35άρης, κανονικά δεν έπρεπε να περνάω όλα αυτά. Ξαφνικά ακούω μία φωνή που με ηλεκτρίζει. «Είναι όλα λάθος, παράτα την κόλλα.» Την αναγνωρίζω. Είναι η κυρία Νίκη από το ψιλικατζίδικο. Με πλησιάζει. «Είστε πολύ σέξι, κυρία Νίκη», παρατηρώ και δεν το κάνω για πλάκα, πράγματι είναι μία καλοστεκούμενη 40άρα και μέσα στο όνειρο έχει ντυθεί γάμησέ τα. «Άσε τα αυτά, δεν πιάνουν. Θα σε εξετάσω προφορικά.» Γυρνάει την πλάτη και πάει προς την κουζίνα. «Θα σε ρωτήσω γεωγραφία.» Δεν μπορώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από τον κώλο της. Έκπληκτος προσέχω ότι κάτω από το φόρεμα διακρίνεται το στριγκάκι της. Μένει με την πλάτη γυρισμένη.
«Ερώτηση πρώτη: ποια λίμνη της Αφρικής βρίσκεται μεταξύ Τανζανίας και Κογκό; Για να σε βοηθήσω, δες αυτό» μου λέει και σηκώνει το φόρεμα αποκαλύπτοντας το τάγκα που φορά.
«Εμμ... είναι η λίμνη Ταγκανίκα!»
«Το ήξερα πως θα το έβρισκες!»
Πλησιάζει όλο και πιο κοντά μου, αυτή τη φορά πισωπατώντας. Ο πισινός της ακουμπάει πάνω μου, έχω αγχωθεί, έχω κομπλάρει. Πρέπει να της εξηγήσω ότι δεν τη φαντασιώθηκα ποτέ, ότι μπορεί να ξεκουμπιστεί από το όνειρο. Παραδόχως το πέος μου έχει σκληρύνει και ο κώλος της δεν είναι καθόλου άσχημος, πολλές με τα μισά της χρόνια θα ήθελαν να έχουν τέτοια οπίσθια. 
«Τώρα πρέπει να μου πεις ποιος ανακάλυψε την Αμερική...»
«Ο Κωλόμβος...» ψιθυρίζω καθώς με ερεθίζει τρίβοντας τον πισινό της πάνω μου. 
«Πες το δυνατά, αγόρι μου, αφού το ξέρεις! Εσύ θα πας μπροστά... είσαι επιμελής μαθητής. Γιατί σηκώθηκες; Κάτσε πάλι στο θρανίο σου, όταν σε εξετάζω δε θέλω να είσαι σηκωμένος», μου λέει και με σπρώχνει.
Σηκώνει το φόρεμα. Το βρακάκι της είναι στο ύψος του προσώπου μου και με τρόμο αντιλαμβάνομαι πως με πλησιάζει. Έχει πλάκα να μου ζητήσει...
«Κυρία Νίκη...»
«Σκέτο Νίκη, αγόρι μου... Ας τα αφήσουμε αυτά.»
«...»
 «Αν πάρεις άριστα στην εξέταση θα σου κάτσω... Αυτό δε θέλεις, πουτσαρά;»
«Ξέρετε, δεν σας είχα ποτέ σαν φαντασίωση... Είναι και το γιουπόρν... θα βρω τρόπο να βολευτώ, δε χρειάζεται να μου καθίσετε...»
«Τι λες, καβλιάρη μου... Μία ερώτηση έμεινε... Μην πτοείσαι...»
«Μα δεν είναι ανάγκη...»
«Κοίτα, θα σου δώσω κώλο, εντάξει;»
Τη ρουφιάνα, παίζει σκληρά. Βρήκε το αδύνατο σημείο μου... δεν μπορώ να κάνω πίσω.
«Ε, αν είναι έτσι, κυρία Νίκη... εεε... Νίκη, θέλω να πω...»
«Θέλω να μου πεις την πρωτεύουσα των Φιλιππινών.»
«Είναι η ...Μουνίλα!» αναφωνώ και η καρδιά μου πάει να σπάσει!
«Η Μανίλα είναι, άσχετε!!! Η ΜΑΝΙΛΑ!!! Και τι θέλεις να πεις με αυτό; Ότι μυρίζω άσχημα;» μου απαντάει σχεδόν φωνάζοντας και μου φέρνει ένα χάρακα στο κεφάλι, ευτυχώς το πάνω. (Πού βρέθηκε αυτός ο χάρακας;)
«Κάτσε μόνος να τον παίζεις! Φεύγω!» λέει και γυρνά την πλάτη. «Κανείς δεν με έχει προσβάλει έτσι!!!» Περιμένει άραγε να τη χουφτώσω; Όχι, πράγματι φεύγει. Και η στύση μου; Πάλι με το χειροκίνητο θα τη βγάλω;
Γυναίκες!
Ξυπνάω με κατουρόκαβλες. Η γκόμενα δίπλα μου έχει φύγει. Σέρνομαι μέχρι το νιπτήρα μήπως και ξυπνήσω. Θα πάω στο ψιλικατζίδικο, στην κυρία Νίκη να της πω χρόνια πολλά. Σήμερα γιορτάζουν οι γυναίκες.

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Μια αλησμόνητη πίπα

Ήμουν με τη Ζημιάρα διακοπές σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Θυμάμαι ότι ήταν Αύγουστος και πήγαμε σε δύο νησιά εκείνο το καλοκαίρι. Ήμασταν σχεδόν ένα χρόνο μαζί, είχαμε τρελή καψούρα ακόμα, κάναμε συνέχεια έρωτα. Στο νησί εκείνο είχαμε βρει ξενοδοχείο με θέα σε κάτι καλαμιές, ήταν στην άκρη του χωριού και είχε απόλυτη ησυχία. Είχαμε νοικιάσει ένα αμάξι και οργώναμε τις παραλίες. Δύο μπάνια τη μέρα, δύο παραλίες. Με τα αλάτια καθόμασταν στις ταβέρνες και τρώγαμε. Κυκλοφορούσαμε όλη τη μέρα με τα μαγιό. Σε μία πιο "ελεύθερη" παραλία, όπου έβλεπες βυζιά όπου και να κοίταγες, η Ζημιάρα έκανε το πρώτο τόπλες. Με το που είδα τα βυζάκια της στη φόρα μου έγινε κάγκελο. Πιο μετά, ένα βράδυ, είχαμε πάρει κρασί και το πίναμε στη βεράντα αποκαμωμένοι, δεν είχαμε κουράγιο για νυχτερινή έξοδο. Καθώς περνούσε η ώρα κι ανακτούσαμε δυνάμεις, αρχίσαμε να χαϊδευόμαστε στη βεράντα. Μπαίνουμε μέσα και βγάζουμε όλα τα ρούχα. Η Ζημιάρα ήταν πολύ όμορφη μέσα στο χαμηλωμένο φως του πορτατίφ. Είχαμε ξαπλώσει στο κρεβάτι και δεν ξέραμε από πού να πρωτοξεκινήσουμε. Και τον πήρε στο στόμα της. Ήταν οι πρώτες της πίπες και δεν ήξερε πότε τέλειωνα. Κάποια στιγμή τον έβγαλε για λίγο. Η πρώτη την πέτυχε στο στόμα ξώφαλτσα και στο μάγουλο. Βιαστικά τον ξαναπήρε στο στόμα της μέχρι να τελειώσω και να μαλακώσει η στύση μου. Έπειτα σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο για να πλυθεί. Εγώ κοίταξα έξω από το παράθυρο τον ουρανό. Ήταν Αύγουστος, ήμουν 20+, ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, τσίτσιδος. Μια αλησμόνητη στιγμή. Η αιωνιότητα.

ΥΓ: Όσα διαβάσατε δεν τα έζησα. Μην τα πιστέψετε.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Aνασκαφές στο ιντερνετικό παρελθόν

Κάτι έπαθα αυτό το ΣΚ και άρχισα τις ανασκαφές στο ιντερνετικό μου παρελθόν.
Χάρη στο φέισμπουκ: Είδα την πρώην μου να είναι με τον νυν της. Τους είδα σε διακοπές. Είδα τις φίλες της πρώην μου (μία είχε ωραίο κώλο) να αφήνουν comments. Εντελώς βαρετό θέαμα, μετά από την πρώτη περιέργεια, αλλά θυμήθηκα ότι κάποιες από αυτές με υπονόμευαν συστηματικά. Ας είναι... Είδα παλιούς συμμαθητές. Ακόμα πιο βαρετό, αλλά όταν δεν έχει κάτι καλό η τιβί, τι άλλο μένει να κάνεις; Άλλοι παντρεμένοι (αναμενόμενο) άλλοι όχι (ομοίως αναμενόμενο), ενώ ένας που νόμιζα ότι είναι γκέι, είναι παντρεμένος (με γυναίκα). Βρήκα παλιές γκόμενες. Με το 100% από τις πρώην κόβω επαφές (δεν κρατάω ούτε κοινούς γνωστούς) κι έτσι για πρώτη φορά είχα "νέα" τους. Είδα πώς έχουν αλλάξει με τα χρόνια και απελπίστηκα (λίγες βελτιώθηκαν). Είδα την ψυχολόγο μου με μαγιό και έπαθα (εντελώς γαμήσιμη, απίστευτο, είτε την είχα υποτιμήσει τον καιρό που με έβλεπε είτε βελτιώθηκε με τα χρόνια, τώρα θα της την έπεφτα πιο ανοιχτά απ' ό,τι τότε). Συνειδητοποίησα ότι τώρα μένω κοντά στο σχολείο όπου πήγαινε πρώην γκόμενα. Βρήκα παλιούς καπετάνιους από τα πλοία όπου έχω κάνει μούτσος. Τετριμμένα πράγματα. Θα θυμάμαι τον πρώτο καιρό που έστελνα αβέρτα προσκλήσεις σε κυρίες. Πρέπει να υπάρχει ένα πέφτουλας αλέρτ στο φέισμπουκ που δε σε αφήνει να κάνεις απανωτά αιτήματα φιλίας προς γυναίκες αν είσαι στρέιτ. Πού να τους εξηγώ το phacemol project... ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις είναι παρεξηγήσιμες στον άγριο κόσμο του διαδικτύου.
Μετά άρχισα τις ανασκαφές σε κάτι παλιά μέιλ. Συνειδητοποίησα ότι διάβαζα ιμέιλ από πρόσωπα που δε μιλάμε πια, που κάναμε παρέα πριν από 15, 12, 10, 8 χρόνια! Πω, πω, γέρασε το ίντερνετ. Μάζεψε κόσμο, έπαψε να είναι προχώ, τώρα λες ότι δεν έχεις ιμέιλ και σε κοιτάνε σα να είσαι ξεβράκωτος. Ψάχνω λοιπόν 2 λογαριασμούς που είχα ΠΡΙΝ το millenium και μου βγαίνουν τα μάτια. Μέχρι και παλιές αγάπες από το irc που είχα ξεχάσει ότι υπήρξαν. Μάλλον και αυτές θα έχουν ξεχάσει την ύπαρξή μου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι νιώθω ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά πως έχει περάσει ένας αιώνας. Η ηλικία μου στο ίντερνετ μου φαίνεται προϊστορική! Νιώθω σα να περνάω έξω από το δημοτικό μου σχολείο. Τόσο παππουδίστικα.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

νέο έτος, νέα διάθεση


Το 2012 μπήκε με ειδήσεις από τη Ζημιάρα. Δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα μέιλ, τυπικό και στεγνό, που ήρθε σαν απάντηση στο ευχετήριο μέιλ που αποφάσισα να της στείλω. Είπα να βγω λίγο από το τριπάκι "κάνω μπλογκ για να ξεσπάσω" και να δω μέσα από άλλα μάτια την όλη ιστορία. Η μουμιοποίηση εκείνης της σχέσης είχε αρχίσει να βρωμάει...

Στέλνω λοιπόν το φοβερό εκείνο μέιλ, της λέω χρόνια πολλά, απαντά στεγνά και αγευστα, άοσμα και λέω στον εαυτό μου, "μπράβο, μάγκα, έκανες αυτό που ήθελες, θα γραφτεί στα πρακτικά ότι είσαι λαρτζ και δεν κρατάς κακία". Περνά λίγος καιρός και αρχίζω να σκέφτομαι: "ρε μαλάκα, τόσο ξενέρωτη ήταν αυτή η γκόμενα;" Και απαντάω: "ναι, τόσο".
Ένα κοριτσάκι 20 ετών όταν τη γνώρισες, 25άρα όταν χωρίσατε. Πρόλαβες να τη γνωρίσεις; Πρόλαβες να τη νιώσεις σα δικό σου άνθρωπο;
Τελικά τι όρους βάζω σε αυτή τη σχέση για να πω ότι ήταν αληθινή;
Επιτρέπεται να με επηρεάζει η τωρινή αποξένωση;
Η απάντηση είναι πως ναι, επιτρέπεται να δω τη σχέση με άλλο μάτι. Γιατί αυτό το τυπικό μέιλ της ήταν το επιστέγασμα σε εκείνη την εικόνα που είχα πλάσει καθώς χωρίζαμε: με ήθελε κοντά της μόνο για να ξεπεράσει τον χωρισμό και όταν έμαθα για την παράλληλη σχέση το μόνο που την ένοιαζε ήταν μήπως ο άλλος μάθει κάτι (επειδή by the way είχα το μέιλ και το κινητό του) και έπειτα όλη κι όλη η προσπάθειά της για να εξηγηθεί για το κέρατο και την κοροϊδία ενός έτους ήταν ένα (1) τηλεφώνημα και ένα (1) sms στο κινητό.

[wow_kai_tora_pou_to_skeftomai_meno_afonos]

Τεσπα, ας είναι.
Απολογισμός: είχα βασιστεί πολύ σε αυτή τη σχέση. Ξεκίνησε σα μια σχέση με μία μικρότερη και τρελά ερωτευμένη που (έδειχνε ότι) με θαύμαζε. Όλη αυτή η αγάπη, η λατρεία, ο θαυμασμός με ξένιζαν, όμως αφέθηκα. Ο κολακευόμενος ποτέ δεν είναι σε πλεονεκτική θέση. Οι κολακείες σε πνίγουν, θολώνουν την κρίση σου, η αίσθηση ότι εκείνη σε λατρεύει οδηγεί σε εξάρτηση από αυτήν τη λατρεία, από αυτόν το χείμαρρο του συναισθηματισμού με τον οποίο επιχείρησε να σε πνίξει. 
Επομένως -εύλογη ερώτηση- για ποιον λόγο λιβανίζω τούτες τις αναμνήσεις αφού δεν άξιζε; 
Για την πάρτη μου το κάνω. 
Άξιζε - δεν άξιζε, η ζωή μου βάδισε στα μονοπάτια τα δικά της για κάμποσο καιρό. Πόνεσα, πλήγωσα, έκανα θυσίες, παίξαμε αυτό το παιχνίδι, τέλειωσε. Άλλοι συνεχίζουν και πίσω δεν κοιτάνε, άλλοι αναπτύσσουν άμυνες απέναντι στο παρελθόν που τους πλήγωσε και άλλοι ανοίγουν μπλογκ και αυτοβιογραφούνται.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Εκεί που έπρεπε να φανείς άντρας

Μία πρόσφατη συζήτηση που είχα με ιντερνετική φίλη μου θύμισε μία φίλη-γκομενίτσα του παλιού καιρού. Θα πω την ιστορία για να γίνει κατανοητός ο τίτλος της ανάρτησης. Με την φίλη εκείνη ήμασταν 20 χρονώ στην ίδια παρέα. Είχαμε κοινούς φίλους και έτσι γνωριστήκαμε. Αυτή πολυλογού, εγώ συγκαταβατικός (καλό-παιδί) ταιριάξαμε τέλεια. Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε ή μάλλον αυτή μίλαγε κι εγώ άκουγα. Συνήθως γκομενικά. Όχι, δεν με γούσταρε και φρόντισε να το κάνει σαφές από την αρχή. Ήμουν ένα άχρωμο, άγευστο, άοσμο εικοσάρικο παιδάκι με παραπανίσια κιλάκια. Για καμιά τριετία κουβεντιάζαμε σε καθημερινή σχεδόν βάση. Η κοπέλα είχε αρχίσει να γνωρίζει τους γκόμενους τον ένα μετά τον άλλο, την τράβαγε κάθε νέα συγκίνηση και έπεφτε με τα μούτρα ώσπου ...τα έσπαγε. Λοιπόν. Για να μην πολυλογώ, ξαφνικά η κοπέλα εξαφανίζεται. Στο σπίτι της δεν την έβρισκα, όποιος απαντούσε στο τηλέφωνο μου έλεγε άρες μάρες κουκουνάρες και χρειάστηκε να μάθω από κοινό μας γνωστό ότι μετακόμισε και συζεί με κάποιον. Οι γονείς της δεν έλεγαν τίποτα γιατί ήταν συντηρητικοί και ντρέπονταν με την εξέλιξη. Εγώ δεν είχα όρεξη να την ψάξω, σκέφτηκα ότι αν ήθελε θα κρατούσε επαφή και έτσι αποφάσισα πως τέλειωσε έτσι η παρέα μας. 
Ώσπου δύο έτη μετά ανακάμπτει στην παρέα. Στο μεταξύ όμως εγώ είχα χάσει τα κιλάκια, είχα ομορφύνει θέλω να πιστεύω και είχα αλλάξει στιλ, αποτέλεσμα κυρίως του ότι είχα δουλειά και λεφτά και τα σκόρπαγα αφειδώς, για την πάρτη μου πάντα.Κανονίσαμε να τα πούμε οι δυο μας κάποια άλλη φορά και βγαίνουμε για φαγητό. Το φαγητό έγινε ποτό και το ποτό έγινε γαμησάκι σπίτι μου. Μόλις τελειώσαμε, εκείνη φρόντισε να μου κάνει σαφές ότι δε θέλει να με χωρίσει από τη γκόμενά μου και πως για αυτή αρκούσε ως εκεί μπλα μπλα μπλα. 
Κώλωσα. Αν και είχαμε κάνει ένα απίστευτο γαμήσι, εκείνη μου έλεγε ότι δεν ήθελε τίποτε παραπάνω. Το σεβάστηκα, αν και δε θα έπρεπε. Μετά από κανα 4μηνο χώρισα με την άλλη. Αμοιβαίο κέρατο. Περνάνε άλλοι 5-6 μήνες και ξαναβρισκόμαστε με την φίλη και ξαναγαμιόμαστε. Αν και ήμουν ελεύθερος, εκείνη ούτε που ήθελε να δώσουμε συνέχεια. Ήρθε, πηδηχτήκαμε καλά καλά και έφυγε. Πιστεύω ότι απομακρυνόταν μόνο και μόνο για να μην αποκτήσω δικαιώματα, να μην πάρω θάρρος. Στη συνέχεια περνά άλλος ένας χρόνος. Είχα γνωρίσει κάποια κοπέλα, αλλά δεν τα είχαμε φτιάξει, όταν εμφανίζεται ο ...σίφουνας. Για τρίτη φορά πηδιόμαστε και ήταν η καλύτερη από όλες τις άλλες. Και πάλι δεν μπήκε ποτέ θέμα του τι θα κάνουμε οι δυο μας. Για εκείνη ήταν αυτονόητο ότι συναντιόμασταν για πήδημα όποτε είχε κάβλες. Στην αναβροχιά δηλαδή. Ήταν η μόνη γυναίκα-αντράκι. Ερχόταν, πηδιόταν, έφευγε. 
Τι μου έχει μείνει; Τα απίστευτα γαμήσια, ο ντόμπρος χαρακτήρας της και τα ωραία βυζιά της. Έχουμε μία αραιή επαφή και ξέρω ότι είναι ανύπαντρη. Ήθελα να της πω ότι κάποιες φορές γαμάω και σκέφτομαι εκείνη. Δεν είναι έρωτας, δεν είναι καψούρα. Απλώς είναι μερικές έντονες αναμνήσεις που κρατάνε τη δύναμή τους. Ντρέπομαι να της το πω, επομένως το γράφω εδώ και το αφήνω να επιπλέει στο διαδίκτυο. Να είσαι καλά όπου κι αν είσαι, με όποιον κι αν είσαι και να έχεις ένα ευτυχισμένο 2012. Και όλοι οι υπόλοιποι.

ΥΓ: Γιατί έπρεπε να φανώ άντρας; Γιατί γαμιόμασταν υπέροχα και πιστεύω πως αυτό ήταν ασφαλές κριτήριο για να συνεχίσω. Απλώς έπρεπε να μην κωλώσω. Έπρεπε να τα βάλω κάτω και να σκεφτώ λογικά. Ερωτευμένος δεν ήμουν κι ούτε πρόκειται να υπάρξω ποτέ μου. Το σεξ όμως το έχω ανάγκη all the fuckin time και δε θέλω να είναι σούπα, αλλά να γουστάρω. Τι καλύτερο από εκείνη; Κι όμως, αντί να προβάλω την απαίτηση, καθόμουν και άκουγα τις μαλακίες της ότι δε θέλει δέσμευση. Σήμερα είμαι σίγουρος ότι εκείνη η γκόμενα παραήταν αντράκι και αυτό που χρειαζόταν η αντιμετώπιση του γόρδιου δεσμού. Μια απλή λύση.
ΥΓ2: Εννοείται πως πολλές πληροφορίες έχουν καρα-αλλοιωθεί σκοπίμως, του προτέκτ δε ίννοσεντ.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

και τη γριά που μέτραγε με πόντους την ταρίφα

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιριασμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

 Από την Πικρία του Καββαδία

Όταν κυκλοφορούσα στα μπουρδέλα ήμουν εικοσάρης. Οι περισσότερες κοπέλες με τις οποίες πήγαινα ήταν συνομήλικες -λίγες ήταν 25, άντε 30. Δεν έκανα γκάλοπ, απλώς έδειχναν να βρίσκονται σε αυτήν την ηλικία. Στα μικρά σαλονάκια των οίκων ανοχής συχνά παρατηρούσα σαρανταρηδες και πενηντάρηδες που περίμεναν τη σειρά τους και σκεφτόμουν ότι το γερασμένο κορμί τους θα έκανε αφύσικη και δυσάρεστη τη συνεύρεση. Αντίθετα ένιωθα όμορφα με το κορμί μου και με τις κάβλες μου και σε κάθε επίσκεψη στο μπουρδέλο ένιωθα άνετα να γδυθώ και να ξαπλώσω με μια άγνωστη συνομήλική μου. 
Αυτήν την άνεση την έχω χάσει πια. Όπως και τη φυσικότητα. Νιώθω πως είναι παράταιρο, δε θα νιώθω το ίδιο καλά απέναντι σε μία πόρνη 20-25 χρονών όπως ένιωθα τότε. Έχω πάψει να συχνάζω στα μπουρδέλα. Αυτό είναι συγκυριακό κυρίως, αλλά δεν υπάρχει ούτε καν η σκέψη στο μυαλό μου. Αυτό που φάνταζε κατόρθωμα στα είκοσι, σήμερα είναι βαρετό. Αυτό που ήταν ερεθιστικό, σήμερα δε με αναστατώνει. Είχα γράψει στην προηγούμενη ανάρτηση τους λόγους για τους οποίους δεν προτιμώ το σεξ με πληρωμή.  Τώρα συνειδητοποιώ ότι είναι και οι εμπειρίες μου που παίζουν ρόλο. Στα είκοσι ήταν δύσκολο να βρω γκόμενα, ήταν δύσκολο να την πείσω να μου τον ρουφήξει, οι εμπειρίες μου ήταν λίγες και με λίγα λόγια αυτό που έβρισκα στα μπουρδέλα ήταν δυσεύρετο. 
Ίσως οι μεσήλικες πάνε στις πουτάνες επειδή γυρεύουν κάτι δυσεύρετο. Ίσως το ξαναρχίσω κι εγώ στα πενήντα. Τώρα όμως ξέρω πως οι πουτάνες δεν μπορούν να μου προσφέρουν την ηδονή μιας γυναίκας που με γούσταρε, τη γούσταρα και πηδηχτήκαμε. Τώρα νιώθω πως τίποτα δε με τραβάει σε ένα εικοσάχρονο κορμί. Γυρεύω τα κοινά σημάδια του χρόνου στις γυναίκες της γενιάς μου. Κυνηγάω γυναίκες που είναι πέντε ή δέκα χρόνια μεγαλύτερες για λόγους που δεν έχω ξεκαθαρίσει ακόμα. 
Ίσως θα ήθελα να έβρισκα ξανά τις πουτάνες με τις οποίες πήγα. Θα είναι κάπου μεταξύ 35 και 40. Θα γδυνόμουν και πάλι μπροστά τους με την άνεση εκείνου του εικοσάχρονου.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Μουνί: νομισματικές ισοτιμίες

Θυμάμαι πως το 1995 η επίσκεψη σε ένα μπουρδέλο στη Φυλής κόστιζε 2.500 με 3.000 δραχμές. Ήταν η εποχή που ξεκίνησα κι εγώ τις επισκέψεις. Γρήγορα μπήκα στο κλίμα και πιάναμε κουβέντα με άλλους μπουρδελιάρηδες, μερικοί από τους οποίους ήταν αρκετά μεγαλύτεροι και έρχονταν περισσότερα χρόνια. Από αυτούς έμαθα για εποχές που το μουνί πήγαινε 900, 1000 δραχμές. Ακολουθώντας κατά πόδας τον πληθωρισμό, το μουνί είχε πάρει τον ανήφορο. Σε λίγο (1997) πλήρωνες πεντοχίλιαρο και όταν η δραχμή αντικαταστάθηκε από το ευρώ, το μουνί είχε φτάσει τις 7 χιλιάδες. Στα μπουρδέλα ανακοινωνόταν η νέα ισοτιμία. Άλλοι έλεγαν 20 ευρώ (=6.800 δρχ.) και άλλοι το ψείριζαν και ζητούσαν 20.5 ή 21. Αυτή ήταν η τελευταία μου ενημέρωση σχετικά με την τιμή του μουνιού στην μπουρδελαγορά. Σίγουρα υπήρχαν και πιο χαμηλές τιμές, αλλά αφορούσαν -και αφορούν- γυναίκες που κάνουν πεζοδρόμιο και δεν έχουν κανένα ιατρικό έλεγχο για αφροδίσια. 
Από τότε δεν έχω ασχοληθεί και έτσι μου έκανε εντύπωση όταν έμαθα πως υπάρχουν μπουρδέλα με τιμή στα 12 και 15 ευρώ σήμερα. Έμαθα ότι οι οίκοι ανοχής έχουν εξαπλωθεί και σε συνοικίες λιγότερο κεντρικές και λιγότερο παρακμιακές, έμαθα ότι υπάρχουν οίκοι ανοχής δύο ταχυτήτων, αυτοί που ζητούν πενηντάρικο και άλλοι που είναι στα χαμηλά, όπως ανέφερα πριν.
Τι μου έχει μείνει από τα μπουρδέλα: οι φρεσκοπλυμένες κοπέλες, η όμορφη μυρωδιά σαπουνιού πάνω στο κορμί τους, τα μαλλιά τους, τα προσποιητά χαμόγελα και βογγητά τους, ο επαγγελματισμός, η τηλεόραση που ακουγόταν να παίζει από το δωματιάκι της τσατσάς, τα πρώτα νεανικά μου χρόνια και πολλές μα πολλές στιγμές, από αστείες, όπως η τσατσά που βγήκε φορώντας μαγειρική ποδιά, μέχρι καβλιάρικες, όπως μια λεπτή μικρόσωμη κοκκινομάλλα που είχε τόσο όμορφο κορμί και τόσο γλυκό πρόσωπο ώστε να τη θυμάμαι ακόμα.
Θα μπορούσα να πολυλογώ για αράδες ολόκληρες. Ή θα μπορούσα να πω κάποια εξυπνάδα για το νόμισμα μουνί που είναι το πιο ισχυρό νόμισμα του πλανήτη από κτίσεως κόσμου. Είχα κάτι τέτοιο στο μυαλό μου όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο. Δε μου βγήκε, μου φάνηκε ιεροσυλία. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως το μουνί καταχραστικά αποτιμάται σε δραχμές, ευρώ και άλλα νομίσματα. Δε μπορείς να βάλεις τιμή. Δε μπορείς με τα λεφτά να ζήσεις τον ίδιο οργασμό. Εκτιμώ απεριόριστα τις κοπέλες που εργάζονται σε οίκους ανοχής, έχω γλυκές αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο, αλλά είναι πιο ωραίο το σεξ να γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους που φαντασιώνονται και λατρεύουν ο ένας τον άλλον, είτε για μια νύχτα, είτε για πολλές ή όλες. Κι ακόμα πιο ωραίο από το περιστασιακό σεξ είναι η κάβλα, η καψούρα, ο έρωτας για ένα κορμί και ένα πρόσωπο που θέλεις να το λατρέψεις, να το προσκυνήσεις, να το κυριέψεις, να κυριευτείς, να το γαμήσεις όπως και όπου δήποτε. Αμήν.